zoi-karavani-1-1

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ

12Απρ

Το σκούρο μπλε ταξί έστριψε δεξιά μετά τα έργα του μετρό και κοκκάλωσε απότομα τα φρένα, προκαλώντας το αμάξι που ερχόταν από πίσω να κορνάρει με αγανάκτηση.

-Καιρός ήταν, μουρμούρισε ο ταλαιπωρημένος κύριος Λεβή, ανοίγοντας την πόρτα και περιμένοντας τον οδηγό του ταξί να του δώσει τη μικρή του βαλίτσα.

Ο οδηγός του χαμογέλασε με ένα βρώμικο χαμόγελο και του ζήτησε 20 ευρώ για τη διαδρομή -μια διαδρομή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που του είχε υποσχεθεί όταν τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο. Ο κύριος Λεβή δεν ήταν επιθετικός άνθρωπος. Τον πλήρωσε παρατηρώντας τους λεκέδες ιδρώτα στο πουκάμισό του, κι ο οδηγός μπήκε στο ταξί και εξαφανίστηκε μέσα σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού.

Ο κύριος Λεβή σήκωσε τη μικρή του βαλίτσα και προχώρησε μέσα στην οδό Βαμβακά, ενώ στα αριστερά του υψωνόταν ένας επιβλητικός τρούλος που φαινόταν παρατημένος στην άκρη του χρόνου. Όλα σε αυτήν την πόλη έτσι του φαίνονταν -αφημένα. Μια πόλη γεμάτη θραύσματα μιας άλλης ζωής.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 1
Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 2

Ο κύριος Λεβή είδε την ταμπέλα που του περιέγραψε ο οδηγός του ταξί: «Caravan B&B», με πολλά χρώματα να ξεπηδούν από τη ρεσεψιόν και τις καρέκλες του καφέ. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα και μια ήπια μουσική έφτασε στ’ αυτιά του. Στα αριστερά του κρεμόταν στον τοίχο ένας μεγάλος χιλιογραμμένος πίνακας. Μια φωτεινή υδρόγειος του έκλεψε μια ματιά. Ο ρεσεψιονίστ τον κοιτούσε ερευνητικά, αλλά καλοπροαίρετα.

-Καλησπέρα σας, του είπε με ένα χαμόγελο ο υπάλληλος. Είστε μόνος;

-Καλησπέρα, ναι, μόνος. Θα ήθελα ένα δωμάτιο για ένα βράδυ.

Ο υπάλληλος έψαξε στον υπολογιστή μπροστά του. Κύλησαν μερικά δευτερόλεπτα αμηχανίας, στα οποία ο κύριος Λεβή χτυπούσε τα δάχτυλά του στον πάγκο.

-Είστε τυχερός, του είπε ο υπάλληλος. Το δωμάτιο 30 είναι διαθέσιμο λόγω ακύρωσης της τελευταίας στιγμής. Σας ενδιαφέρει;

Ο κύριος Λεβή αναρωτήθηκε πού την είδε ο υπάλληλος την τύχη. Δε θα έπρεπε καν να ζητιανεύει δωμάτιο σ’ αυτήν την ακυβέρνητη πολιτεία που ονομάζεται Θεσσαλονίκη. Θα έπρεπε να βρίσκεται σε μια πτήση προς το Βερολίνο. Περίπου τέτοια ώρα θα σέρβιραν τον καφέ. Πάντα ήθελε μια σταγόνα γάλα στον καφέ του: του άρεσε να την αφήνει να πέφτει και να τη βλέπει να χρωματίζει το μαύρο υγρό με ένα αόρατο λευκό πινέλο. Στα μάτια του φάνταζε μια λευκή έκρηξη, έτσι ήταν ο κύριος Λεβή -έβλεπε παντού νίκες.

-Κύριε…; Σας ενδιαφέρει;

Ο κύριος Λεβή επανήλθε στην Θεσσαλονίκη, αρκετά μέτρα κάτω από την πτήση και τον καφέ με γάλα που έχασε περίπου μια ώρα πριν. Ντράπηκε που φάνηκε αφηρημένος στα μάτια του υπάλληλου, ίσιωσε τα γυαλιά του, σκούπισε με το μαντήλι του το ιδρωμένο του κούτελο και του αποκρίθηκε πως ναι, τον ενδιαφέρει το δωμάτιο.

-Το όνομά σας; Τον ρώτησε ο υπάλληλος.

-Λεβή, Αλμπέρ Λεβή, του είπε ο κύριος Λεβή καθώς του έδινε το γερμανικό του διαβατήριο.

Ο κύριος Λεβή πέρασε την κάρτα από τον αισθητήρα και άκουσε το χαρακτηριστικό «κλακ» που έκανε το λαμπάκι να πρασινίσει. Αισθάνθηκε μια εξουθενωμένη ικανοποίηση που κάτι του πήγε δεξιά εκείνη τη μέρα. Μπήκε μέσα στο φωτεινό δωμάτιο και παρατήρησε τις ακτίνες του ηλίου να γλιστρούν μέσα απ’ τις κουρτίνες και να πέφτουν στο πάτωμα σαν φιτίλι ελπίδας. Το δωμάτιο του φάνηκε πολύ όμορφο. Οι παλιές πολυθρόνες, το παλιό τηλέφωνο και οι καλοδιπλωμένες πετσέτες του δημιουργούσαν την ανάγκη να ξαπλώσει στο πάτωμα, για να μη χαλάσει τίποτε από την γλυκιά αυτή αρμονία.

Το δωμάτιο αυτό ήταν το μόνο πράγμα στη Θεσσαλονίκη που του άρεσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τράβηξε λίγο την κουρτίνα και ατένισε έναν μεγάλο δρόμο που περνούσε μπροστά από το ξενοδοχείο -άκουσε τον ταξιτζή να την ονομάζει «Εγνατία». Αριστερά, ο μεγάλος τρούλος που είδε πριν φωτιζόταν σε όλο του το περασμένο μεγαλείο. Δεξιά, ένα ροζ κτίριο του τράβηξε το βλέμμα. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να είναι, αλλά η σκέψη του πέταξε γρήγορα σε άλλα κτίρια, πολύ παλαιότερα και κακοσυντηρημένα. Κοίταξε τις προσόψεις μερικών και αναρωτήθηκε αν αυτή η γειτονιά της «Καλαμαριάς» που ανέφερε συχνά ο πατέρας του ήταν κάπου εκεί κοντά. Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Μέτρησε νοερά και κατέληξε στο νούμερο 74. Έπνιξε έναν καυτό πίδακα θλίψης που ανέβαινε από τα σπλάχνα του και τράβηξε απότομα την κουρτίνα. Όλα αυτά δεν έμοιαζαν να έχουν κανένα απολύτως νόημα.

 

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 3

Ο κύριος Λεβή αποφάσισε να χαλάσει την αρμονία. Πήρε τις πετσέτες και τις τοποθέτησε ευλαβικά σε ένα έπιπλο στο κέντρο του δωματίου, κάτω από έναν όμορφο οβάλ καθρέφτη με ξύλινη κορνίζα. Ήταν τόσο οργανωτικός και προσεκτικός με ό,τι κι αν άγγιζε: ο πατέρας του συχνά έλεγε πως κουβαλούσε πάντα έναν γυάλινο κύκνο. Ο ίδιος φούσκωνε σαν παγόνι από χαρά, γιατί ήξερε πως ο πατέρας του μιλούσε πάντα συμβολικά. Ο κύριος Λεβή δεν είχε ποτέ του κουβαλήσει κύκνους: μια ζωή κουβαλούσε ασχημόπαπα, τα οποία έπαιρναν αίγλη από το τρυφερό του άγγιγμα και γινόντουσαν κύκνοι.

Ο πατέρας του μιλούσε συχνά για τη «φτωχομάνα» Θεσσαλονίκη. Μιλούσε για τον λευκό πύργο, για τα κάστρα και την Καμάρα. Μιλούσε για την όμορφή της θάλασσα, για τα καλντερίμια της, τους μεζέδες της και τα μαγαζάκια της. Είχε μια περίεργη γυαλάδα στο βλέμμα του όταν μιλούσε γι’ αυτήν την πόλη, και μια άσβεστη δίψα να τον αξιώσει ο Θεός να την ξαναεπισκεφτεί κάποτε.

Πού τέτοια τύχη ο γέρο-Λέων -ήταν σαν να του ‘χε ο Θεός την πλάτη γυρισμένη μια ζωή. Όταν τον έδιωξαν από το Άουσβιτς, βρήκε τον τρόπο κι έφτασε μέχρι το Βερολίνο, όπου σιγά-σιγά έχτισε τη ζωή του. Η ζωή δεν ήταν εύκολη για έναν ελληνοεβραίο στο Βερολίνο. Οι καιροί ήταν δύσκολοι κι ο γέρο-Λέων έκανε χίλιες δουλειές για να τα βγάλει πέρα, αν και ήταν ταλαιπωρημένος, αδυνατισμένος και ολομόναχος.

Ο πατέρας του ήταν σαν να ‘χε μπροστά του πάντα ένα λαμπερό φως, το οποίο τον οδηγούσε μέσα από το πηκτό σκοτάδι. Έζησε μια ζωή δύσκολη, γεμάτη πόνο, άγχος, κούραση και δουλειά -κι όμως δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Είχε μια ατελείωτη αγάπη για την πατρίδα του και την πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό και στο σπίτι μιλούσαν πάντα ελληνικά. Τα γερμανικά του ήταν απαράδεκτα, δε δέχτηκε ποτέ να μάθει παραπάνω από τα απαραίτητα. Ήθελε τα παιδιά του να μάθουν ελληνικά και μια μέρα να τα αξιώσει ο Θεός και να γυρίσουν στην πόλη τους, τη Θεσσαλονίκη.

Κι όμως, ο Αλμπέρ και τ’ αδέρφια του δεν αγάπησαν ποτέ αυτήν την πόλη, ίσως επειδή δεν την έζησαν ποτέ. Την συνέδεσαν με την εκκίνηση του πιο φριχτού ταξιδιού, στη σκέψη του οποίου σταματούσε ο νους τους. Τα παιδιά του κυρίου Λεβή είχαν συνδέσει άρρηκτα τη Θεσσαλονίκη με μνήμες που στο άγγιγμα πονούν.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 4

 

Ο κύριος Λεβή ήταν ξαπλωμένος, όμως ο ύπνος δεν τον έπαιρνε. Στο μυαλό του στροβιλίζονταν φλόγες, βαγόνια, κραυγές μιας άλλης ζωής που πλησίαζε απειλητικά και η μνήμη του πατέρα του, όπως τον είδε για τελευταία φορά πριν 4 χρόνια. Ήταν, όπως πάντα, χαμογελαστός, με βλέμμα που ταξίδευε σε μια άλλη πολιτεία. Σ’ αυτήν που ο Αλμπέρ είχε τώρα ξεμείνει, επειδή έχασε την ενδιάμεση πτήση για Βερολίνο. Ο Αλμπέρ δεν ήταν δειλός, καθόλου: είχε απλώς κουραστεί να επαναφέρει στη μνήμη του γεγονότα τόσο οδυνηρά. Είχε κουραστεί να χαρακτηρίζεται από κάτι τόσο απάνθρωπο και να λαμβάνει ως μόνιμη απάντηση κουνήματα του κεφαλιού και χτυπήματα στον ώμο.

Η μνήμη του πατέρα του τον τίναξε σαν ελατήριο. Σηκώθηκε πάνω, ντύθηκε, έβαλε τα καλά του παπούτσια και κατευθύνθηκε προς τη ρεσεψιόν. Εκεί συνάντησε έναν διαφορετικό υπάλληλο, ο οποίος με χαρά τον οδήγησε σε ένα κυκλικό τραπέζι. Του έφερε ένα παραδοσιακό γλυκό το οποίο ονόμασε «υποβρύχιο» και έναν χάρτη της πόλης με σημειωμένα τα μνημεία, τους χώρους ενδιαφέροντος, τα μουσεία και κάθε τι που είχε να παρουσιάσει η Θεσσαλονίκη. Το μάτι του κυρίου Λεβή δεν φάνηκε να γεμίζει από τις εγκάρδιες περιγραφές του υπαλλήλου. Η απογοήτευση στο βλέμμα του τον έκανε να αισθανθεί άσχημα: σιχαινόταν που ήταν τόσο προκατειλημμένος απέναντι σ’ αυτήν την πόλη, όμως του φαινόταν ένα δύσβατο βουνό, άγριο και αφιλόξενο.

Ο υπάλληλος ξεκίνησε να του μιλά για το διπλανό κτίριο. Το ονόμασε Καραβάν-Σαράι. Του διηγήθηκε την σπουδαία του ιστορία, πώς λειτουργούσε ως «κέντρο διερχομένων» από τον καιρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου υποδεχόταν τους ταξιδιώτες και τους εμπόρους, φυλούσε τα άλογά τους στον κάτω, τεράστιο όροφο, και τους κοίμιζε στον ημιόροφο. Το 1917 όμως η Θεσσαλονίκη βασανίστηκε από τις φλόγες μιας τεράστιας πυρκαγιάς. Το Καραβάν-Σαράι δεν γλίτωσε και ξαναχτίστηκε μετά από αρκετά χρόνια. Λειτούργησε σαν πιάτσα αγοραίων ταξί, φιλοξένησε πρόσφυγες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, διετέλεσε Δημαρχείο για πάρα πολλά χρόνια, για να φτάσει σήμερα να δέχεται αγέρωχα και υπομονετικά την φθορά του χρόνου.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 5

Ο κύριος Λεβή άρχισε να συμπαθεί το διπλανό παρατημένο κτίριο. Φάνταζε τόσο φιλόξενο. Ίσως κάποτε κάποιος συγγενής του φιλοξενήθηκε εκεί κάποια μέρα που αναζήτησε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Πόσο ειρωνικό -τόσα χρόνια μετά, ο ίδιος βρήκε καταφύγιο μια ανάσα παραδίπλα από το Καραβάν-Σαράι. Ο υπάλληλος εκείνη τη στιγμή έβαλε το χέρι του στον ώμο του Αλμπέρ: τον κοιτούσε βαθιά στα μάτια, δίχως ίχνος θλίψης, και δεν κουνούσε το κεφάλι του με λύπηση.

-Η Θεσσαλονίκη, κύριε Λεβή, είναι μια μεγάλη αγκαλιά.

Ο Αλμπέρ ταρακουνήθηκε από την ειλικρίνεια αυτής της πρότασης. Από τα λιγοστά που είχε δει μέχρι τώρα στη Θεσσαλονίκη είχε συναγάγει πως, όντως, είναι πολύ ανομοιογενής. Είναι σαν μια σούπα με χίλια μπαχάρια: καυτερή, πικρή, γλυκιά, ξινή, όμως τόσο νόστιμη που ταΐζει γενιές επί γενεών. Πήρε τον χάρτη της πόλης, τον δίπλωσε με ευλάβεια, όπως συνήθιζε, και σηκώθηκε.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 6

-Έχετε να μου προτείνετε κάποιο μέρος από το οποίο θα ήταν καλύτερο… ίσως πιο αρμόζον, τέλος πάντων, να ξεκινήσω…;

-Πηγαίνετε όπου σας οδηγούν τα βήματά σας, κύριε Λεβή. Η ματιά σας μου μαρτυρά πως έχετε ξανάρθει.

-Ίσως σε μια άλλη ζωή, είπε ψιθυριστά ο κύριος Λεβή και βγήκε στη ζεστή μέρα.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 7

Ο Αλμπέρ πήρε να κατεβαίνει τον μεγάλο δρόμο στον οποίον τον άφησε το ταξί. Στο βάθος αχνοφαινόταν η θάλασσα -ήταν σίγουρα ο Θερμαϊκός κόλπος τον οποίο εκθείαζε συχνά ο πατέρας του. Δεξιά και αριστερά του υψώνονταν κτίρια διαφορετικού ύψους και χρονολογίας. Σε άλλα κτίρια που φαινόντουσαν πολύ παλιά, κάποιος είχε ανοίξει ένα μαγαζί με σύγχρονα, φτηνά και άσχημα -για τα μάτια του κυρίου Λεβή- ρούχα.  Ένας ζητιάνος έπαιζε έναν σοβιετικό σκοπό, εξαιρετικά φάλτσα. Δυο άντρες τον προσπέρασαν φουριόζοι, μιλώντας μια γλώσσα που του φάνηκε Αρμενικά, ενώ ένας παπάς με μαύρα ράσα, ιδρωμένος λόγω της ζεστής ημέρας, περνούσε διαγώνια μια πολύβουη διασταύρωση. Ο κύριος Λεβή ήταν ένας εξαιρετικά αισιόδοξος άνθρωπος, έβλεπε εκρήξεις φωτός σε πηχτά σκοτάδια. Κι αυτή, σκέφτηκε, είναι μια έκρηξη σε έναν βαρετό, μονόχρωμο καμβά. Είχε μόλις αρχίσει να οσμίζεται τι είναι αυτός ο πολύχρωμος λεκές που ονομάζεται Θεσσαλονίκη.

Έφτασε σε μια πλατεία και, ψάχνοντας τις ταμπέλες, είδε κάτι που δεν ήταν έτοιμος να αντικρίσει. Ήταν η Πλατεία Ελευθερίας, όπου είχαν συγκεντρωθεί με εντολή της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου όλοι οι άντρες Εβραίοι μια μέρα του Ιουλίου του 1942 -μεταξύ τους, κι ο πατέρας του. Τους μεταχειρίστηκαν χωρίς κανέναν σεβασμό: άλλους τους χτύπησαν όταν έκατσαν καταγής μετά την πολύωρη ορθοστασία, άλλοι υποχρεώθηκαν να εκτελέσουν επίπονες γυμναστικές ασκήσεις. Κανένας από τις τοπικές αρχές ή τους γύρω θεατές δεν έκανε τίποτε για να βοηθήσει. Ήταν όλοι σιωπηλοί μάρτυρες της αρχής μιας φρίκης.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 8

Ο κύριος Λεβή συνέχισε να περπατά: αυτό έκανε άλλωστε μια ζωή, συνέχιζε να περπατά μετά τις γροθιές στο στομάχι. Κι εκείνη τη στιγμή, είδε με όραση κάπως θολή ένα μνημείο. Ήταν ένα μνημείο για το ολοκαύτωμα, των αδερφών Glid. Παρίστανε την επτάφωτο λυχνία και μαζί ένα πλέγμα ανθρωπίνων σωμάτων τυλιγμένων στις φλόγες. Κι εκεί, ανάμεσα στις αχτίδες του εκθαμβωτικού ήλιου και στα δάκρυα τα οποία άρχισαν να ρέουν αβίαστα από τα μάτια του, έψαχνε να αναζητήσει για χιλιοστή φορά τις αιτίες αυτού του εξευτελισμού. Κάθε φορά έφτανε όμως σε αδιέξοδο και κατάπινε την πύρινη μπάλα της αδικίας που έφτανε στο λαιμό του.

Σκληρό πράγμα η μνήμη: στο άγγιγμα πονά, φωνάζει, διαμαρτύρεται. Ένα δάχτυλο που σε χτυπά επίμονα στον ώμο και δε σ’ αφήνει σε ησυχία. Ο κύριος Λεβή περπάτησε το μονοπάτι της μνήμης, ακολούθησε τα θραύσματα μιας άλλης ζωής την οποία είχε βιώσει μόνο μέσα από τις θερμές κουβέντες του πατέρα του.

-Αυτό πάει να πει ελευθερία, σκέφτηκε. Δώσ’ τα μου όλα, Θεέ μου. Έχω ένα παρελθόν φυτρωμένο στην πλάτη μου και μια πικρή αδικία να μου καίει τα σπλάχνα, με φλόγες ίδιες μ’ αυτές εδώ μπροστά μου. Το μέλλον μου δε το φοβάμαι, το αγκάλιασα. Το παρελθόν δε το ξεχνώ, το βλέπω εδώ μπροστά μου, όμως, ω Θεέ μου, είμαι πολλά περισσότερο από αυτό. Αυτός ο κόσμος λιώνει σαν το κερί, όμως στερεοποιείται πάλι και στέκεται αγέρωχα απέναντι στη φλόγα. Οι ίδιες φλόγες που μ’ έκαψαν, με λευτέρωσαν.

Ο κύριος Λεβή σκούπισε τα μάτια του με το μαντήλι του και ξανακοίταξε το μνημείο. Από ακίνητο και ψεύτικο πήρε να λικνίζεται σαν φλόγα, κι οι μορφές του άρχιζαν να ζωντανεύουν, να δραματοποιούν την φρίκη. Ουρλιαχτά, ήχοι απόκοσμοι και μυρωδιά θανάτου τον έζωσαν. Βρέθηκε κι αυτός στην ουρά της φρίκης, να περιμένει, να αγωνιά. Και ξαφνικά, δίπλα του, άκουσε ένα κουαρτέτο εγχόρδων να παίζει κλασική μουσική, αποτελούμενο από μουσικούς τους οποίους περίμενε η ίδια μοίρα, καρτερικά.

“Dance me to your beauty with a burning violin” μουρμούρισε ο κύριος Λεβή. Κάθε τέλος, ακόμη κι αν είναι το τέλος μιας ύπαρξης, κρύβει μια ομορφιά, μια ολοκλήρωση -όρος βαθιά ερωτικός. Η στιγμή της απόλυτης παράδοσης, στον αγαπημένο σου ή στον θάνατο. Ο κύριος Λεβή ήλπιζε πως αυτό το φλεγόμενο βιολί, πριν καεί ολοκληρωτικά και γίνει στάχτη, να καλύψει με τη μελωδία του την ασχήμια αυτού του κόσμου. Έβγαλε το πορτοφόλι του από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το άνοιξε στο μέρος που φυλούσε τη φωτογραφία της οικογένειάς του κι απομακρύνθηκε σίγουρος πως έχει βρει τον παρτενέρ του γι’ αυτόν τον χορό που ονομάζεται ύπαρξη. “Dance me to the end of love” είπε, και το μνημείο δεν τον τρόμαζε πια το ίδιο.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 9

Ο κύριος Λεβή άνοιξε τον χάρτη, όντας ενοχλημένος που οι ντόπιοι θα τον περνούσαν για χαζοτουρίστα. Είδε πως ο υπάλληλος είχε κυκλώσει έντονα ένα σημείο κοντά του, τόσο που κόντεψε να σκίσει το χαρτί. «Λαδάδικα» διάβασε πλησιάζοντας το πρόσωπό του στον χάρτη. Το όνομα ξεπήδησε από τις εγγραφές της μνήμης του, με τον πατέρα του, γέρο πια, να μπαίνει στο σπίτι και να τοποθετεί το καπέλο του στον καλόγερο τραγουδώντας «τόσα δίνω, πόσα θες; Στα Λαδάδικα πουλάν αυτό που θες».

Έκανε μερικά βήματα διασχίζοντας την πλατεία και μπήκε σε έναν πεζόδρομο. Μια μυρωδιά φαγητού πλανιόταν στον αέρα. Δυο παππούδες περπατούσαν και γελούσαν δυνατά, ενώ ένα μηχανάκι πέρασε ξυστά από δίπλα του χωρίς να κάνει τον κόπο να σηκώσει το χέρι ως ένδειξη συγγνώμης. Θορυβώδεις παρέες ήταν καθισμένες έξω πίνοντας κι ένα μικρό παιδί έπαιζε ακορντεόν, περνώντας τις περισσότερες νότες σαν να μην υπήρχαν και τείνοντας το χέρι παρακλητικά, όμως και με μια δόση αδιαφορίας.

Στον Αλμπέρ άρεσε αυτή η γιορτή. Αυτή η πόλη του φαινόταν πολύ ζωντανή, πάντα έτοιμη να σηκωθεί και να πιάσει τον χορό. Μπήκε σε έναν άλλον πεζόδρομο ο οποίος ήταν γεμάτος μπαράκια. Από πάνω του ήταν κρεμασμένα εκατοντάδες χάρτινα σημαιάκια, εντελώς ακίνητα εκείνη τη στιγμή λόγω της άπνοιας. Ο κύριος Λεβή είχε αρχίσει να ζεσταίνεται -και το σκεφτόταν να μην φορέσει το σακάκι, τώρα θα πρέπει να το κουβαλάει στο χέρι, αποκαλύπτοντας μάλιστα και μια μεγάλη στάμπα ιδρώτα στην πλάτη.

Ο κύριος Λεβή απεχθανόταν να παρουσιάζει στους άλλους την πιο ανθρώπινη πλευρά του. Αυτή που θέλει να πιεί, να μεθύσει και να χορέψει, αυτή που κοιτά με λάγνο βλέμμα ένα όμορφο κορίτσι, ακόμη κι αυτή που κάνει πρόστυχα αστεία. Αυτή του η βλέψη για την τελειότητα τον είχε κάνει αρκετά δύσκαμπτο, κι όμως ώρες-ώρες ένιωθε πως είχε μέσα του ένα ανήμερο θεριό που έψαχνε απεγνωσμένα μια διέξοδο. Ο κύριος Λεβή ζούσε με την αγωνία πως, κάποτε, θα την έβρισκε.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 10

Βγήκε ξανά στην Τσιμισκή. Ο ήλιος τον έκανε να μισοκλείνει τα μάτια του καθώς ελισσόταν ανάμεσα στα αυτοκίνητα που ήταν σταματημένα στην κίνηση σε μια Τσιμισκή που κόχλαζε. Ένας οδηγός είχε αποφασίσει να κάνει όπισθεν στο χειρότερο σημείο. Οι υπόλοιποι αποφάσισαν να μην τον αφήσουν ατιμώρητο. Ο κύριος Λεβή παρατηρούσε τον οδηγό να αγανακτεί και να φωνάζει πως δεν υπάρχει λόγος να κάνουν έτσι, ένα λεπτό θα κάνει μονάχα και να τους απειλεί πως δεν έχουν ιδέα ποιος είναι.

-Πράγματι δεν έχουμε ιδέα ποιος είσαι, είπε στον εαυτό του ο κύριος Λεβή μπαίνοντας σε ένα μικρό στενάκι από την πάνω μεριά της Τσιμισκή.

Δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του, αλλά η ησυχία και οι σκιές που δημιουργούσαν τα μεγάλα κτίρια στα στενάκια της περιοχής που σύμφωνα με τον χάρτη του ονομαζόταν «Άνω Λαδάδικα» τον είχαν ενθουσιάσει. Ίσως έφταιγε και λίγο το καμίνι της Τσιμισκή, αλλά για μια μικρή στιγμή ο κύριος Λεβή ένιωσε πως βρήκε αυτό που ήθελε -και φανταστείτε, δεν το έψαχνε καν.

Ο κύριος Λεβή είδε στο βάθος ένα μαγαζί που πουλούσε νεωτερισμούς. Χαμογέλασε και συλλογίστηκε πως οι νεωτερισμοί αυτοί πρέπει να ήταν κάπως ξεπερασμένοι. Κοίταξε δεξιά και είδε έναν όμορφο δρόμο, διακοσμημένο με άσπρες και κόκκινες χάρτινες λάμπες. Μια ταμπέλα εστιατορίου ήταν διακριτή, «Μικρή Μαρμίτα» -ήταν ωστόσο κλειστά. Ο κύριος Λεβή με έκπληξη συνειδητοποίησε πως η οδός ονομάζεται Ερνέστου Εμπράρ -ο ίδιος Εμπράρ που οικοδόμησε τη Θεσσαλονίκη μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, όπως του είχε πει ο υπάλληλος πριν φύγει από το ξενοδοχείο.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 11
Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 12

-Ίσως είναι καλύτερα εδώ πάνω, φίλε μου Ερνέστ, είπε ο κύριος Λεβή κοιτώντας γύρω του μην περάσει κανείς και τον θεωρήσει παλαβό. Αποφεύγεις και τα αδιάκριτα βλέμματα, συμπλήρωσε, μην έχοντας ωστόσο παρατηρήσει την καμουφλαρισμένη γιαγιά στον 2οόροφο της απέναντι πολυκατοικίας η οποία, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, είχε άριστη ακοή κι έκανε τον σταυρό της για το παλικάρι που μιλάει μόνο του.

Ο Αλμπέρ συνέχισε να περπατά προς τα πάνω -είχε την εντύπωση πως η Θεσσαλονίκη γινόταν ολοένα και αυθεντικότερη όσο ανέβαινε προς τα πάνω, όχι πως είχε ιδέα περί αυθεντικότητας όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, αλλά τα γύρω παλιά κτίρια και τα ίχνη του αρχαίου δυτικού τείχους συμπλήρωσαν γλυκά τη σκέψη του. Βγήκε σε ένα μέρος όπου τα τείχη περνούσαν ξυστά δίπλα από ένα κτίριο. «Μυστίλλη» διάβασε στην ταμπέλα. «Μυστίλλη» ήταν ένα κομμάτι κόρας ψωμιού που χρησίμευε ως κουτάλι -τουλάχιστον έτσι διάβασε στον κατάλογο, τα ελληνικά του δεν ήταν πια και τόσο καλά. Έριξε μια ματιά στον όμορφο κήπο της Μυστίλλης και σύρθηκε ανάμεσα στα αρχαία τείχη και τον καινούριο τοίχο: ποτέ έως τότε δεν ένιωσε πιο κοντά στην ουσία της Θεσσαλονίκης. Αυτό είναι αυτή η πόλη -ένα μικρό πέρασμα ανάμεσα σε αρχαία και σύγχρονα τείχη, που καταλήγει σ’ ένα μέρος για να φας, να πιείς και να γελάσεις.

Ο Αλμπέρ σκέφτηκε πως πεινάει. Κάθισε στο διπλανό μαγαζί που ονομαζόταν «Σέμπρικο». Η διπλανή παρέα ήταν τουρίστες -ήταν Ολλανδοί- και μία από τις κοπέλες είχε εξαιρετικά ενοχλητικό γέλιο, βγαλμένο από καρτούν. Από τον τρόπο που μιλούσε στη σερβιτόρα, ο Αλμπέρ συνήγαγε πως ήταν ελαφρώς μεθυσμένη. Η σερβιτόρα ήρθε και στο τραπέζι του -παρήγγειλε πολλά πράγματα, αγχώθηκε πως δεν θα τα χωρέσει το τραπέζι. Πήρε μια μεγάλη μπύρα μιας ελληνικής μικροζυθοποιίας και περίμενε το φαγητό του. Πίσω από το συρματόπλεγμα μερικά παιδιά έπαιζαν μπάσκετ, ενώ ο κύριος Λεβή δεν μπορούσε να χωνέψει πως τα τείχη αυτά ήταν ένα οργανικό κομμάτι της πόλης. Στην πόλη του θα είχαν στήσει χοντρές γυάλινες προθήκες και θα χρέωναν τους επισκέπτες 12 ευρώ για να τα επισκεφθούν -7 για τους φοιτητές. Η σερβιτόρα διέκοψε τις επιχειρηματικές του ονειροπολήσεις και του έφερε τη σαλάτα και μια κανάτα νερό.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 13

-Με συγχωρείτε δεσποινίς, ξέρετε δεν παρήγγειλα νερό…

Η σερβιτόρα τον κοίταξε σαν να κατέβηκε από άλλον πλανήτη, του χαμογέλασε και του είπε:

-Πάντα φέρνουμε νερό με το φαγητό κύριε. Πιείτε ή λουστείτε, όπως αγαπάτε.

Το μυαλό του Αλμπέρ ταξίδευε σε γωνίες που δεν επισκεπτόταν συχνά. Η Θεσσαλονίκη του ξεκλείδωσε νέα σταυροδρόμια να περπατήσει. Ήταν άλλωστε τα σταυροδρόμια της γεμάτα από πατημασιές χιλιάδων ανθρώπων από μέρη σε κάθε γωνιά της γης. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα τεράστιο Καραβάν-Σαράι, μια τεράστια αυλή που υποδέχεται ταξιδιώτες από ολόκληρο τον κόσμο. Τους υποδέχεται, τους κοιμίζει και τους στέλνει στο καλό. Άλλωστε, όλοι περαστικοί είμαστε. Είναι η ζωή μας ένα καραβάνι κι οι σταθμοί της σεράγια λαμπρά.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 14

Η μπύρα ήταν κάπως δυνατή. Ο κύριος Λεβή καθόταν στην καρέκλα του, πλήρης, ευτυχής και ελαφρώς μεθυσμένος. Ένιωθε πολύ κοντά στην ανθρώπινη πλευρά του -πολύ περισσότερο απ’ όσο οι νηφάλιες άμυνές του επέτρεπαν να αισθανθεί. Ήθελε να απλώσει το χέρι του, να φυλακίσει αυτό το συναίσθημα, να το κάνει μπάλα και να το κουβαλά πάντα στην τσέπη του. Και θα ήξερε πάντα πως αυτή η μικρή μπάλα έχει κάτι από Θεσσαλονίκη.

Εκείνη τη στιγμή, ένας μεθυσμένος τύπος πέρασε σε κακά χάλια από μπροστά του. Μουρμούριζε σε μια περίεργη γλώσσα που δεν ήταν ούτε ελληνικά, ούτε τουρκικά ούτε γερμανικά. Ήταν ένα περίεργο υβρίδιο, μια γλώσσα προβαβελική, με στοιχεία όλων των γλωσσών -ίσως οι μεθυσμένοι φτάνουν σε ένα τέτοιο σημείο τελείωσης που αμφισβητούν αποτελεσματικά ακόμη και τη θεϊκή βούληση. Ένας σερβιτόρος τον απομάκρυνε ευγενικά, χτυπώντας τον στην πλάτη με μια έκφραση γεμάτη λύπη για την κατάντια αυτού του ανθρώπου. Ο μεθυσμένος έβρισε στην ιστορική του γλώσσα και εκσφενδόνισε ένα χαρτί που κρατούσε, χωρίς να το πάρει το μάτι του σερβιτόρου. Το χαρτί εκτέλεσε -παρά την κατάσταση του αποστολέα του- μια τέλεια καμπύλη και προσγειώθηκε σε μια καρέκλα λίγο πιο μπροστά από τον Αλμπέρ.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 15

Ο κύριος Λεβή το κοίταξε με περιέργεια: ήταν ένα ήδη ξυσμένο ξυστό που δεν ήταν «τυχερό». Ίσως η αιτία αυτής της προβαβελικής νέμεσης ήταν ακριβώς η κακή τύχη του περαστικού μεθυσμένου. Ίσως ο άνθρωπος αυτός επένδυσε με το μπερδεμένο του μυαλό όλες τις οικονομίες του -ή ακόμη και το βραδινό του- σε κάτι το οποίο ήταν βέβαιος πως θα του εξασφάλιζε μια ζωή γεμάτη άνεση και καλοπέραση -μια ζωή ίδια με των ευκατάστατων, των πρόσχαρων που κάθονται και τρώνε ενώ αυτός δεν έχει ψωμί να βάλει στο στόμα του. Και έτσι εκσφενδόνισε το «άτυχο» ξυστό, το οποίο ήταν εξαρχής άτυχο αλλά δεν το γνώριζε διότι επικαλυπτόταν με το μαγικό πλαίσιο της «δυνατότητας», της «ευκαιρίας». Χρατς. Αδημονία. Απογοήτευση.

-Όλα σ’ αυτή τη ζωή είναι μια συγκυρία, σκεφτόταν ο κύριος Λεβή περπατώντας προς το ξενοδοχείο.

Αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που οδήγησε τον ζητιάνο αυτόν σε αυτήν την κατάσταση και τοποθετούσε δυνητικά τον εαυτό του στην ίδια κατάσταση. Μια αλυσίδα λανθασμένων αποφάσεων μπορεί να σε οδηγήσει στον πάτο. Οι άνθρωποι που θεωρούν πως είναι άτρωτοι, δεν είναι άνθρωποι. Ποτισμένοι με το άρωμα του εγωκεντρισμού, πορεύονται θεωρώντας πως ο μόνος αντίπαλος που δεν μπορούν να νικήσουν είναι ο θάνατος -γι’ αυτό σέρνονται μέχρι το τέλος, λιγδεροί, σάπιοι, νικημένοι. Εκείνη τη στιγμή, ο Αλμπέρ ένιωθε πως ο μοναδικός αντίπαλος που μπορούσε να νικήσει είναι ο θάνατος, κι αυτό γιατί δεν τον φοβόταν. Ένας Έλληνας συγγραφέας, ο Καζαντζάκης, είχε περιγράψει καλύτερα το αίσθημά του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 16

-Βαπτίζω τα χέρια μου στην στέρνα της ανθρωπιάς, ραντίζω το λευκό πέπλο της ύπαρξής μου με κατακόκκινες κηλίδες. Δεν είν’ για σένα άνθρωπε ο Παράδεισος -δεν είν’ για σένα τα λευκά πινέλα, είπε ο κύριος Λεβή αναλογιζόμενος πως ελευθερία πάει να πει: ανοιχτή αγκαλιά. Και το μνημείο δεν τον τρόμαζε πια καθόλου.

Ο κύριος Λεβή έφτασε κουρασμένος στο ξενοδοχείο. Χάρισε το πιο λαμπρό του χαμόγελο στον υπάλληλο που καθόταν πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Τον υπάλληλο πλημμύρισε μια άγρια χαρά -η Θεσσαλονίκη είχε πάλι νικήσει, και μάλιστα έναν αντίπαλο τόσο ισχυρό όσο οι δαίμονες του κυρίου Λεβή.

Ο κύριος Λεβή έβγαλε τα ρούχα του όπως-όπως, άφησε τα γυαλιά του στο ξύλινο κομοδίνο, έκλεισε το φως και βυθίστηκε στο σκοτάδι. Κοιμήθηκε έναν ύπνο πλούσιο και μεστό. Τα όνειρά του ήταν ταξιδιώτες από κάθε γωνιά της γης που σταματούσαν σε ένα συγκεκριμένο παγκάκι και συζητούσαν σε μια γλώσσα κοινή, προβαβελική, ίδια μ’ αυτή που μιλούσε ο ζητιάνος. Ανάμεσα στους ταξιδιώτες καθόταν κι ο ζητιάνος του απογεύματος, καλοντυμένος, ξυρισμένος, φορώντας ένα πανάκριβο ρολόι και γελώντας με την καρδιά του. Γύρισε το κεφάλι του, κοίταξε τον κύριο Λεβή και του έκλεισε το μάτι

Ο κύριος Λεβή ξύπνησε με την εικόνα του καλοντυμένου ζητιάνου να έχει χαραχθεί στην μνήμη του σαν σχίσιμο σε καμβά. Σηκώθηκε με το κεφάλι του βαρύ, ντύθηκε, μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα και πήγε να βγει από το δωμάτιο. Ξαφνικά σταμάτησε και άνοιξε τις κουρτίνες που κοιτούσαν στην πολύβουη Εγνατία. Το φως πλημμύρισε το δωμάτιο κι έκανε τον κύριο Λεβή να κλείσει τα μάτια του, τυφλωμένος. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μικρό μπαλκόνι. Το φως έπεφτε πιο γλυκιά στην πλάτη της Θεσσαλονίκης, την αναδείκνυε, την φώτιζε όπως της άξιζε.

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 17
Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ 18

Ο Αλμπέρ κατέβηκε στη ρεσεψιόν όπου τον περίμενε ο χθεσινός υπάλληλος. Παρέδωσε την κάρτα του δωματίου, υπέγραψε, πλήρωσε και έκανε να φύγει. Ο υπάλληλος τον κοιτούσε με ένα βλέμμα που μαρτυρούσε αγωνία. Ξερόβηξε και τον ρώτησε φορώντας το πιο πλατύ του χαμόγελο:

-Αυτό ήταν;

-Μέχρι την επόμενη φορά, του απάντησε ο κύριος Λεβή, σήκωσε ελαφρά το καπέλο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και βγήκε στη ζεστή μέρα.

 

Το κείμενο αυτό γράφτηκε σε συνεργασία με το Caravan B&B στη Θεσσαλονίκη. Η ιστορία δεν είναι αληθινή. Δεν ξέρω αν υπήρξε ο κύριος Λεβή, δεν ξέρω αν έμεινε σε αυτό το ξενοδοχείο. Ξέρω πάντως ότι όταν έμεινα εγώ, η Θεσσαλονίκη κέρδισε το στοίχημά της. Έγινε γλυκιά και φιλόξενη.

Μια νύχτα εδώ δεν είναι ποτέ αρκετή.

 

Η σελίδα του Caravan στο Facebook εδώ

Το site του Caravan εδώ

Πηγή: https://www.theloner.gr/i-zoi-mas-ena-karavani/